::

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/ Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ)

Κίντος Γιώργος, Ειδικός παιδαγωγός,
Βοϊνιάδου Λαμπρινή, Ειδική παιδαγωγός,   
Σιδηροπούλου Ιφιγένεια, Ειδική παιδαγωγός,
Τσοντάκη Μαρία, Εργοθεραπεύτρια

Στα παιδιά της προσχολικής ηλικίας η υπερκινητικότητα και η ενεργητικότητα αποτελούν  φυσιολογικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους.   
       Υπάρχουν όμως και παιδιά της ίδιας ηλικίας  που η κινητική δραστηριότητα και η ενεργητικότητά τους υπάρχει σε υπερβολικό βαθμό. Δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν μία δραστηριότητα λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος και προσοχής. ¶λλες φορές παρουσιάζουν παρορμητική συμπεριφορά και ανεπαρκή συνεργασία.
        Κατά την διάρκεια της ζωής τους πιθανόν να παρουσιάσουν προβλήματα σε διάφορους τομείς όπως το σχολείο, την οικογένεια, την κοινωνία. Δυσκολία στο σχολείο λαμβάνεται ως τεμπελιά ή παρορμητικότητα ,με αποτέλεσμα να υπάρχουν συχνές επιπλήξεις. Οι επιπλήξεις οδηγούν σε  χειρότερες αντιδράσεις από μέρους των παιδιών.
«Η ΔΕΠ-Υ είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή, οργανικής αιτιολογίας  σύμφωνα με τα περισσότερα ερευνητικά δεδομένα, η οποία ασκεί αρνητική επίδραση σε πολλούς τομείς λειτουργικότητας του παιδιού και προκαλεί σοβαρές και επίμονες  δυσκολίες τόσο στο ίδιο το παιδί όσο και στο οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον»(Κάκουρος, 2004)
            Στην πλειονότητα των ερευνών τα ποσοστά εμφάνισης της ΔΕΠ-Υ κυμαίνονται μεταξύ του 3 έως 5% του παιδικού πληθυσμού. Έχει διαπιστωθεί πως εμφανίζεται 6 φορές συχνότερα στα αγόρια από ότι στα κορίτσια.
            Η ΔΕΠ-Υ έχει τα υψηλότερα ποσοστά συννοσηρότητας με άλλες διαταραχές όπως μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχές της διάθεσης, εναντιωτική προκλητική διαταραχή και προβλήματα λόγου .Στα παιδιά που συνυπάρχει η ΔΕΠ-Υ με άλλες διαταραχές τα συμπτώματα της είναι εντονότερα και η εξέλιξή τους  προβλέπεται δυσχερέστερη (Kαλαντζη Αζιζι, 2004).

       Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ΔΕΠ-Υ είναι η απροσεξία και/ή παρορμητικότητα, υπερκινητικότητα με αποτέλεσμα δυσκολία στη συγκέντρωση και προσοχή.
Ο τρόπος εκδήλωσης διαφέρει ανάλογα την ηλικία του παιδιού, το φύλο, τις αντιδράσεις των γονιών ως προς τα παιδιά αλλά και το περιβάλλον που αναπτύσσονται. Για παράδειγμα, δύο παιδιά με ΔΕΠ-Υ μπορεί να έχουν διαφορετική κλινική  εικόνα  εξαιτίας των συμπτωμάτων.
¶λλο ένα χαρακτηριστικό είναι και η ανυπομονησία. Πολλά από αυτά δυσκολεύονται να ακούσουν τις εντολές έως το τέλος, πριν την έναρξη μίας δραστηριότητας  και βιάζονται.
Από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον τους αναφέρεται ότι δεν προσέχουν και δε συγκεντρώνονται σε μια δραστηριότητα για αρκετή ώρα. Επίσης, κάνουν συνεχώς τα ίδια λάθη.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Τα κυριότερα συμπτώματα που παρουσιάζουν τα παιδιά με  ΔΕΠ-Υ στο οικογενειακό περιβάλλον, σύμφωνα με τη Νeuhaus (1998), και τα όποια παίρνουν τη μορφή καθημερινών προβλημάτων είναι τα εξής:

  • Καβγάδες ανάμεσα στα αδέρφια
    Οι περισσότεροι γονείς με παιδιά με ΔΕΠ-Υ, παραπονιούνται για καβγάδες με τα μικρότερα αδέρφια τους. Όταν το μικρό αδερφάκι π.χ. επιστρέφει από το σχολείο και έρχεται να χαιρετήσει το παιδί με ΔΕΠ-Υ, εκείνο μπορεί να το χτυπήσει χωρίς προειδοποίηση. Αυτό που επιθυμεί, όμως, το παιδί είναι να χαϊδέψει το αδερφάκι του. Το χαϊδεύει, όμως, λιγάκι πιο δυνατά, το μικρό φωνάζει και η μαμά παρεμβαίνει αντιδρώντας εναντίον του μεγαλύτερου παιδιού. Το μικρό αδερφάκι γρήγορα αντιλαμβάνεται πως μπορεί εύκολα να ερεθίζει το μεγαλύτερο του αδερφό, αφού οι προκατειλημμένοι γονείς θα θεωρούν πως για τη φασαρία ευθύνεται ο τελευταίος, δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο στην ομαλή λειτουργία της οικογένειας.

  • Δυσκολία στη διεκπεραίωση των σχολικών εργασιών και του διαβάσματος στο σπίτι
    Οι περισσότεροι γονείς συνηθίζουν να κάνουν ερωτήσεις «υπό τύπο ανάκρισης» στα παιδιά τους σχετικά με την πρόοδό τους στο σχολείο, όταν αυτά επιστρέφουν από αυτό. Σε ένα παιδί με ΔΕΠ-Υ, ο γονιός σύντομα θα διαπιστώσει πως οι ερωτήσεις αυτές του «προκαλούν πονοκέφαλο» και η δυσφορία του αυξάνεται.
    Όσον αφορά το διάβασμα στο σπίτι, τα περισσότερα παιδιά με ΔΕΠ-Υ επιθυμούν να αποδίδουν εξίσου κάλα με τα άλλα παιδιά και έχουν αρκετές γνώσεις. Όταν, όμως, το παιδί είναι πιεσμένο και υποχρεώνεται να λύσει π.χ. το βράδυ, μια τελευταία άσκηση, μπορεί να «μπλοκάρει» εντελώς και να μην είναι σε θέση να κάνει ούτε την απλή πρόσθεση 1+1.

  • Κρίσεις
    Όταν  τα παιδιά με ΔΕΠ βρίσκονται σε δύσκολες φάσεις και τους γίνουν από τους γονείς κάποιες απρόσμενες συστάσεις, τότε αυτά ξαφνιάζονται και είναι δυνατόν, ειδικά όταν είναι υπερκινητικά, να αντιδράσουν με οξύτητα. Ενίοτε μπορεί να αρχίσουν να πετούν ή και να σπάζουν αντικείμενα. Τις περισσότερες φορές, βέβαια υπάρχει κάποιος λόγος για αυτό που θα πρέπει να αναζητηθεί από τους γονείς πριν προβούν σε ενέργειες.
  • Μεγάλη ενεργητικότητα και δυσκολία διοχέτευσης του υψηλού επιπέδου διέγερσης που τα διακατέχει και τελικού εφησυχασμού τους
    “Όσες περισσότερες τρέλες κάνουν, τόσο περισσότερο έχουν την τάση να   «στροβιλίζονται» σε ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο διέγερσης και όταν     σταματούν να σταματούν απότομα. Δε μπορούν από μόνα τους να βάλουν «φρένο» στον εαυτό τους και περνούν παρορμητικά από τη μια κίνηση στην επόμενη. Έτσι κουνιούνται με ρυθμικές κινήσεις, χοροπηδούν και τρέχουν, εμφανώς ορμώμενα από την ιδιαίτερη αντίληψη των κινήσεων τους” (Νeuhaus, σελ. 187)
  • Έλλειψη οργάνωσης και αδυναμία τακτοποίησης του δωματίου
    Το παιδί ή ο έφηβος  με ΔΕΠ-Υ (φαινόμενο συχνό και στους ενήλικες) χαρακτηρίζεται τέλος κι από την έλλειψη οργάνωσης που επικρατεί στο δωμάτιό του. Το γραφείο του είναι γεμάτο από χαρτιά και έχει την εικόνα ενός βουνού. Το ίδιο το άτομο όμως δε δείχνει να ενοχλείται από αυτό. Μπορεί άνετα να τριγυρίζει στο χαοτικό δωμάτιό του, με αποτέλεσμα όταν έρχεται η στιγμή να παραμερίσει κάτι ή να το τακτοποιήσει, να μην ξέρει από που πρέπει να αρχίσει. Κι όταν ξεκινήσει από κάπου και υποτίθεται πως συγυρίζει, στην πραγματικότητα πηγαινοφέρνει τα πράγματα.
    Παιδικό Εργαστήρι

Προτάσεις  για  θεραπευτική  αντιμετώπιση  της  ΔΕΠ-Υ
Τόσο  τα  πρωτογενή  συμπτώματα  της  ΔΕΠΥ ( απροσεξία, παρορμητικότητα, υπερκινητικότητα) όσο  και  τα  δευτερογενή ( χαμηλή  σχολική  επίδοση, χαμηλή  αυτοεκτίμηση , δύσκολη  συμπεριφορά) δημιουργούν  αρκετές  δυσκολίες  κυρίως  στο  παιδί  αλλά  και  το  κοντινό  του  περιβάλλον. Λαμβάνοντας  λοιπόν  υπόψιν  ότι  η  ΔΕΠ-Υ  είναι  μια  διαταραχή που  επηρεάζει  σημαντικά  πολλές  εκφάνσεις  της  καθημερινότητας  ενός  παιδιού, οι  γονείς  επιζητούν  τη  βοήθεια  των  ειδικών. Ανάλογα  με  τη  σοβαρότητα  των  συμπτωμάτων,  στη  θεραπευτική  αντιμετώπιση  της  ΔΕΠ-Υ, συνεισφέρουν  διάφορες  ειδικότητες  επιστημόνων , όπως  ψυχολόγοι, νευρολόγοι, παιδίατροι, παιδοψυχίατροι, εργοθεραπευτές και  ειδικοι  παιδαγωγοί. Πρωταγωνιστές  σ’ αυτή  την  παρέμβαση  είναι  οι  γονείς ή  όποιος  έχει  αναλάβει  την  ανατροφή  του  παιδιού  και  φυσικά  ο  δάσκαλος  του  σχολείου. Η  καλή  συνεργασία  των  παραπάνω  ειδικοτήτων  σε  συνδυασμό  με  την  αλλαγή  της  στάσης  των  γονέων  και  του  δασκάλου  απέναντι  στο «απρόσεκτο», «ζωηρό», «παρορμητικό»  παιδί , μπορούν  να  συμβάλουν  στην  καλύτερη  δυνατή  πορεία  της  διαταραχής.
Μια  μορφή  παρέμβασης  είναι  η  χορήγηση  φαρμάκων. Οι  γιατροί  και  μόνο  αυτοί, χορηγούν  φάρμακα  που  ενεργοποιούν  την  προσοχή  του  παιδιού, το  βοηθούν  να  παραμείνει  σε  μια  δραστηριότητα  και  γενικά  το  διευκολύνουν  ν’ ανταπεξέλθει  στις  καθημερινές  απαιτήσεις , όπως το  σχολείο. Η  επιλογή  αυτής  της  μεθόδου  πρέπει  να  γίνεται  προσεκτικά. 
Η  εστίαση  της  προσοχής  σε  μια δραστηριότητα  και  η  ολοκλήρωση  αυτής, η  υπομονή και  η  οργάνωση  των  σκέψεων  πριν  αυτές  γίνουν  πράξη  είναι  συμπεριφορές  που  εκλείπουν  απ’ το  άτομο με ΔΕΠ-Υ. (Κάκουρος, 2004)
Αντίθετα,  η  χαμηλή  αυτοεκτίμηση, το  άγχος  και  τα  προβλήματα  συμπεριφοράς  ταλαιπωρούν  το  παιδί  και  την  οικογένειά  του. Σ’ αυτήν  την  περίπτωση  η  ψυχολογική  στήριξη  του  παιδιού  και  η  παροχή  συμβουλών  προς  τους  γονείς, οι  οποίοι  νιώθουν  αδύναμοι  να  βοηθήσουν  το  παιδί  τους , κρίνεται  χρήσιμη. Τόσο  το  παιδί  όσο  και  η  οικογένειά  του , με  τη  βοήθεια  ενός  ψυχολόγου, μπορούν  να  μάθουν  να  ελέγχουν τις  σκέψεις  και  τα  συναισθήματά  τους. (Κάκουρος, 2004. Μπέζεβέγκης,1998).
Η  παρέμβαση  των  ειδικών, όπως  των  λογοθεραπευτών, των  εργοθεραπευτών  ή  των  ειδικών  παιδαγωγών  είναι  αναγκαία  όταν  και  εφόσον  ένα  παιδί με  ΔΕΠ-Υ  παρουσιάσει  δυσκολίες  στην  ανάπτυξη  του  λόγου  και  της  ομιλίας , έκπτωση  στο  συντονισμό  των  κινήσεων  και  μαθησιακές  δυσκολίες. Λόγω  της  παρορμητικότητας  ή  της  έλλειψης  προσοχής, ενδέχεται  να  παρουσιάσουν  δυσκολίες  στις  παραπάνω  δεξιότητες  παρόλο  που  μπορεί  να  μην  υπολείπονται  στο  νοητικό  δυναμικό. Ο  ειδικός  λοιπόν, αφού  εξασφαλίσει  θεραπευτική  σχέση  με  το  παιδί  και  διαμορφώσει  κατάλληλα  το  χώρο  εργασίας, προσπαθεί  με  διάφορες  τεχνικές  και  ειδικές  ασκήσεις  να  βοηθήσει  το  παιδί  να  συγκεντρωθεί  και  να  ολοκληρώσει  μια  δραστηριότητα. (Αλβανόπουλος, Τοζακίδης )
Αυτό  που  πρέπει  να  γίνει  κατανοητό  είναι  ότι  το  άτομο  με  αυτή  τη  διαταραχή  δεν  έχει  καμία  πρόθεση  να  «αναστατώσει»  το  περιβάλλον  στο  οποίο  κινείται. Η  ιατρική, ψυχολογική  και  εκπαιδευτική  παρέμβαση  προσφέρουν  πολύτιμη  αρωγή  ώστε  να  αμβλυνθούν  όσο  το  δυνατόν  περισσότερο  τα  συμπτώματα   και  να  εξασφαλιστεί  αρμονία  στις  σχέσεις  του  ατόμου  με  τους  οικείους  του  αλλά  και  το  ευρύτερο  κοινωνικό  περιβάλλον.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Κάκουρος Ε., Μανιαδάκη Κ.(2004). Ψυχοπαθολογία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα,Τυπωθήτω.
Αλβανόπουλος Γ., Τοζακίδης Α. Το υπερκινητικό σύνδρομο(ΔΕΠ-Υ) και η αντιμετώπιση του, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θέματα Ειδικής Αγωγής», τεύχος 23. http: // dipe.cav.sch.gr/8ffeh/arthra/alla-yper-syndr.html
Kαλαντζη Αζιζι Α. , Ζαφειροπούλου Μ.(2004).Προσαρμογή στο Σχολέιο. Πρόληψη και Αντιμετώπιση Δυσκολιών. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
Μπεζεβέγκης Η. (1998). Εξελικτική Ψυχοπαθολογία- Πανεπιστημιακές σημειώσεις. Αθήνα .
Neuhaus, Cordula (1998) To Υπερκινητικό Παιδί και τα Προβλήματα του (μετάφραση Γεωργία Μωραίτου). Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
 
Consulting by Speg
© 2014 Paidiko Ergastiri